ανταλλακτικός

[акталлактикос]εκ. меновой.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταλλακτικός" в других словарях:

  • ανταλλακτικός — ή, ό 1. ο αναφερόμενος στην ανταλλαγή ή αυτός που χρησιμεύει στην ανταλλαγή 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ανταλλακτικά εξαρτήματα μηχανικής διάταξης προορίζονται για αντικατάσταση άλλων όμοιων σε περίπτωση φθοράς ή απώλειας …   Dictionary of Greek

  • ανταλλακτικός, -ή — ό 1. αυτός που γίνεται με ανταλλαγή: Το παλαιότερο εμπόριο ήταν το ανταλλακτικό. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., ανταλλακτικά εξαρτήματα που χρησιμεύουν για την αντικατάσταση άλλων όμοιων φθαρμένων: Είναι εισαγωγέας ανταλλακτικών αυτοκινήτων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επαμοίβιμος — ἐπαμοίβιμος, ον (Α) 1. ο ανταλλακτικός 2. ο αναφερόμενος στην εμπορική συναλλαγή («ἐπαμοίβιμα ἔργα» έργα εμπορικής συναλλαγής) …   Dictionary of Greek

  • επαμοιβαίος — ἐπαμοιβαῑος, α, ον (Μ) επαμοίβιμος, ανταλλακτικός, αναφερόμενος στην εμπορική συναλλαγή …   Dictionary of Greek

  • επημοιβός — ἐπημοιβός, όν και ός, ή, όν (Α) 1. αυτός που χρησιμεύει για αλλαγή, ανταλλακτικός («οὐ γὰρ πολλαὶ χλαῑναι ἐπημοιβοί τε χιτῶνες», Ομ. Οδ.) 2. επάλληλος, σταυρωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αμοιβός (< αμείβω), το η λόγω τής λειτουργίας τού νόμου τής… …   Dictionary of Greek

  • ρεσπέτος — η, ο, Ν ναυτ. (για εξαρτήματα πλοίου) αυτός που προορίζεται για την αντικατάσταση άλλου που έχει χαθεί ή φθαρεί, ανταλλακτικός («ρεσπέτος φλόκος») …   Dictionary of Greek

  • ρεζέρβα — η (λ. ιταλ.), καθετί που φυλάγεται για μελλοντική χρήση, απόθεμα, κυρίως ανταλλακτικός τροχός αυτοκινήτου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.